Αρθρο

Παρωδία διαλόγου και εκπαιδευτικός νεοφιλελευθερισμός

Στοιχεία άρθρου

Τεύχος: 

Διάθεση κειμένου: 

Μόνο στο διαδίκτυο (δεν έχει δημοσιευτεί στο έντυπο)

Κατηγορίες: 

Αφιερώματα: 

Από την εποχή της διαβόητης μεταρρύθμισης Κοντογιαννόπουλου, αυτή για την οποία ο ΟΝΝΕΔίτης Καλαμπόκας δολοφόνησε τον αγωνιστή εκπαιδευτικό Νίκο Τεμπονέρα, έχει γίνει κοινός τόπος κάθε μεταρρύθμιση στο χώρο της παιδείας να παρουσιάζεται από τους εμπνευστές της με τη μορφή μιας διαδικασίας διαλόγου.

Η εμπειρία δείχνει ότι σε όλες τις περιπτώσεις ο διάλογος αυτός ήταν εντελώς προσχηματικός κα απλώς προσπαθούσε να δώσει την επίφαση ότι προηγήθηκε κάποιου τύπου συνεννόηση με τους εκπροσώπους του κόσμου της εκπαίδευσης, παρότι στην πραγματικότητα η σχεδιαζόμενη εκπαιδευτική μεταρρύθμιση στρεφόταν ευθέως εναντίον τους.

Στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαδικασία διαλόγου που ξεκίνησε με όλη τη σχετική δημοσιότητα η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ γίνεται σε ένα έδαφος όπου ήδη έχουν δρομολογηθεί συγκεκριμένες πολιτικές για την παιδεία.

Πρώτα από όλα, έχουμε το σοβαρό ζήτημα ότι ένας μεγάλος όγκος του θεσμικού εκτρώματος που έφεραν οι νόμοι Διαμαντοπούλου και Αρβανιτόπουλου παραμένει σε ισχύ και παράγει αποτελέσματα. Από τα διαβόητα Συμβούλια Ιδρύματος που εμφανώς λειτουργούν ως μηχανισμός πρακτόρευσης των πιο επιθετικών νεοφιλελεύθερων σπουδών μέχρι την εξαφάνιση της φοιτητικής συμμετοχής, πλήθος είναι τα επικίνδυνα στοιχεία στο ισχύον θεσμικό καθεστώς.

Τα πράγματα γίνονται χειρότερα όταν συνειδητοποιήσουμε ότι σε δυο διαφορετικές στιγμές η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ υπαναχώρησε από την κατάργηση πλευρών του θεσμικού πλαισίου των νόμων Διαμαντοπούλου - Αρβανιτόπουλου: σε πρώτη φάση με το νομοσχέδιο Μπαλτά το καλοκαίρι που θυσιάστηκε στο βωμό της διαπραγμάτευσης και πρόσφατα με το νομοσχέδιο Φίλη –εμφανώς κουτσουρεμένο σε σχέση με το προηγούμενο– που παραπέμφθηκε άνευ επαίνων στις καλένδες, πάλι ύστερα από παρέμβαση των «θεσμών».

Έπειτα, έχουμε το πρόβλημα των δεσμεύσεων που έχει αναλάβει η κυβέρνηση σε επίπεδο Τρίτου Μνημονίου. Οι ρητές αναφορές στις προτάσεις του ΟΟΣΑ, στην πραγματικότητα μια νεοφιλελεύθερη εκπαιδευτική εργαλειοθήκη για τη σύνδεση της εκπαίδευσης με τις ανάγκες της παραγωγής, κάνουν σαφές ότι η εκπαίδευση μπαίνει και αυτή στην πλάστιγγα των «αξιολογήσεων» για την εκάστοτε δανειακή δόση. Άλλωστε, το μνημόνιο δεν θέτει μόνο ταμειακούς στόχους, αλλά –και πρωτίστως– στόχους μεγάλων «μεταρρυθμίσεων».

Τέλος, η ίδια η οικονομική πραγματικότητα των μνημονιακών περικοπών χαράσσει από μόνη της πολιτική. Σήμερα αναπόσπαστο τμήμα του όποιου εκπαιδευτικού σχεδιασμού είναι το γεγονός ότι δεν μπορούν να γίνουν μαζικοί διορισμοί προσωπικού για να καλυφθούν τα κενά (ή για να μειωθεί ο αριθμός των παιδιών ανά τμήμα), ότι δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια πάγιας δημόσιας χρηματοδότησης, ότι μόνη πηγή εσόδων είναι τα ΕΣΠΑ και τα ευρωπαϊκά προγράμματα με όλη την επισφάλεια, την ελαστικότητα, την προσωρινότητα αλλά και την επιχειρηματική λογική που συνεπάγονται. Ούτε είναι τυχαίο, ότι ακόμη και το ταπεινό δεκατιανό των παιδιών αντί να είναι αυτονόητη δημόσια παροχή γίνεται αντικείμενο επιχειρηματικής καπηλείας μέσω του θεσμού της χορηγίας.

Η διαδικασία του διαλόγου που έχει προκριθεί είναι ενδεικτική μιας περιφρόνησης προς τα ζωντανά κομμάτια της εκπαίδευσης, αυτά που έδωσαν μεγάλες μάχες όλη την προηγούμενη περίοδο.

Από τη μια έχουμε τη διαδικασία στην αρμόδια επιτροπή της Βουλής, όπου η συζήτηση θα περιοριστεί στα όρια των τρεχόντων μνημονιακών κοινοβουλευτικών συσχετισμών. Έπειτα, έχουμε το διάλογο στο ΕΣΥΠ, ένα όργανο η ίδια η σύνθεση του οποίου εγγυάται ότι δεν θα υπάρξει κανένα ουσιαστικό αποτέλεσμα, ιδίως εάν αναλογιστούμε ότι εκεί πέραν της συνδικαλιστικής γραφειοκρατίας, εκπροσωπούνται οι εργοδοτικές ενώσεις, ο ΣΕΒ, η Εκκλησίας, και άλλοι φορείς που δύσκολα μπορεί να τους εντάξει κανείς στους εκφραστές μιας πρότασης για την παιδεία που να συνάδει με τις ανάγκες της κοινωνίας. Ούτε είναι τυχαίο, ότι πρόεδρος του ΕΣΥΠ τοποθετήθηκε ο Ν. Θεοτοκάς, που σε σύγκρουση με τις θέσεις του πανεπιστημιακού κινήματος, παρότι διετέλεσε συνδικαλιστής του κλάδου, διεκδίκησε και εξελέγη στο Συμβούλιο Ιδρύματος του Παντείου.

Όμως, η πιο εμφανής εκδοχή παρωδίας διαλόγου είναι αυτή της νεόκοπης «εθνικής επιτροπής διαλόγου», υπό την ηγεσία του Αντώνη Λιάκου, ο οποίος το 2007 δεν δίστασε να στηρίξει ανοιχτά την αντιμεταρρύθμιση της τότε Υπουργού Παιδείας κ. Γιαννάκου, την ίδια ώρα που χιλιάδες φοιτητές και πανεπιστημιακοί αντιμετώπιζαν την αστυνομική βαρβαρότητα της κυβέρνησης Καραμανλή.

Η επιτροπή αυτή διαλόγου συγκροτήθηκε με την τεχνική της αριστίδην επιλογής των μελών της και αποτελείται σε σημαντικό βαθμό από πανεπιστημιακούς που έχουν σχέση με το βασικό κυβερνών κόμμα σήμερα. Κατά τις δηλώσεις του ίδιου του κ. Λιάκου η επιτροπή θα επιδιώξει τον «αδιαμεσολάβητο διάλογο» δηλαδή την παράκαμψη των κινημάτων και των διεκδικήσεών τους, προς όφελος της αναζήτησης της γνώμης εξατομικευμένων περιπτώσεων και όχι συλλογικοτήτων, κατά το πρότυπο της διαβούλευσης με «αντιπροσωπευτικές ατομικές περιπτώσεις» που χρησιμοποιείται και στο εξωτερικό.

Όσο για την πρώτη εισήγηση του κ. Λιάκου, αν κανείς παραμερίσει έναν όγκο γενικολογίας, που σε ορισμένες περιπτώσεις αποπνέουν και μη εξοικείωση με την υλική πραγματικότητα της εκπαίδευσης και υποτίμηση των εκπαιδευτικών (ο γράφων γνωρίζει καλά ότι οι εκπαιδευτικοί της τάξης είναι πολύ πιο καταρτισμένοι και σε καμιά περίπτωση «ηρωικά αυτοδίδακτοι» σε αντίθεση με τον επικίνδυνο ντιλεταντισμό πολλών πανεπιστημιακών), θα διαπιστώσει ενδείξεις για τον προσανατολισμό.

Ότι σε ένα γενικόλογο κείμενο, ως προς τη δομή και τη σαφήνεια αρκετά κοντά σε έκθεση ιδεών, ο μόνος μετρήσιμος στόχος που μπαίνει είναι να έχουμε υψηλή επίδοση στην PISA, την έκθεση του ΟΟΣΑ που έχει καταγγελθεί ποικιλοτρόπως ότι δεν μετρά την ποιότητα της εκπαίδευσης αλλά το βαθμό εσωτερίκευσης της κυρίαρχης πολιτικής για την εκπαίδευση, είναι τουλάχιστον ενδεικτικό. Έτσι για να ξέρομε προς τα που βαδίζουμε...